Σφοδρή κριτική για το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου στο Δημοτικό Συμβούλιο ασκεί η Μαρία Πουρσανίδου, πρώην αντιδήμαρχος και πλέον ανεξάρτητη δημοτική σύμβουλος, με δημόσια τοποθέτησή της στην οποία κάνει λόγο για προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, περιορισμό του λόγου και διαστρέβλωση της πραγματικότητας.
Η κ. Πουρσανίδου παραθέτει μια σειρά εκφράσεων, όπως «τράβα πλύνε κανένα πιάτο», «κουκουλοφόρος», «καταδότης», «άβουλοι», «βαρίδιο», «κουμμούνια», «άσχετοι», «αχάριστη» και «καραγκιόζη», τονίζοντας ότι έχουν ακουστεί από μέλη της σημερινής δημοτικής διοίκησης με αποδέκτες δημοτικούς συμβούλους της αντιπολίτευσης.
Αναλυτικα όσα αναφέρει:
«Τράβα πλύνε κανένα πιάτο», «κουκουλοφόρος», «καταδότης», «άβουλοι», «βαρίδιο», «κουμμούνια», «άσχετοι», «αχάριστη», «καραγκιόζη»…
Μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς και τις προσβολές που έχουν ακουστεί από το στόμα μελών της σημερινής διοίκησης του Δήμου, με αποδέκτες μέλη της αντιπολίτευσης. Είτε δια μικροφώνου, για τους τολμηρούς, είτε εκτός, για όσους θεωρούν ότι όσα συμβαίνουν στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου μένουν στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου.
Φυσικά, αντίλογος δεν μπορεί να υπάρξει, καθώς πλέον τα μικρόφωνα ελέγχονται αποκλειστικά από τον πρόεδρο, ο οποίος, επικαλούμενος τον πρότυπο κανονισμό λειτουργίας, αποφασίζει κατά την κρίση του ποιος θα έχει τον λόγο και ποιος θα λάβει άδεια τοποθέτησης.
Το θέμα, όμως, δεν είναι αυτό.
Αυτά συμβαίνουν, δυστυχώς.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι η διαστρέβλωση της πραγματικότητας, της αλήθειας, ακόμη και της ίδιας της λογικής, πολλές φορές.
Όταν δεν έχεις το δικαίωμα να υπερασπιστείς τον εαυτό σου ή ακόμη και έναν συνάδελφό σου απέναντι σε προσωπικές προσβολές και αντιδράς, γίνεσαι ταραξίας.
Όταν ασκείς κριτική σε αποφάσεις με τις οποίες διαφωνείς, είσαι γραφικός ή γραφική, χωρίς καν να σου δίνεται η δυνατότητα να αιτιολογήσεις την αντίθεσή σου.
Όταν ψηφίζεις λευκό, είσαι άβουλος ή άβουλη.
Όταν διαφωνείς με δαπάνες που θεωρείς άσκοπες, κατηγορείσαι ότι δεν θέλεις την ανάπτυξη του τόπου.
Όταν κάνεις αυτό που επιτάσσει ο θεσμικός σου ρόλος, δηλαδή αντιπολίτευση, γίνεσαι εχθρός πρώτα της διοίκησης και, στη συνέχεια, του ίδιου του Δήμου — και, φυσικά, των δημοτών.
Και κάπου εκεί μπαίνει η ταμπέλα της «στείρας αντιπολίτευσης», με το επιχείρημα ότι δεν καταθέτεις προτάσεις. Πώς, όμως, να καταθέσεις προτάσεις όταν δεν σου δίνεται καν ο λόγος; Και όταν τελικά τον έχεις, πώς να προχωρήσουν οι προτάσεις σου, όταν δεν γίνονται δεκτές;
Αυτό, λοιπόν, δεν είναι πολιτική αντιπαράθεση. Θυμίζει άλλες νοοτροπίες και άλλες πρακτικές.
Απειλές, φωνές, εκφοβισμοί και προσβολές ανήκουν αλλού. Όχι σε έναν θεσμό που οφείλει να υπηρετεί τη δημοκρατία, τον διάλογο και τον σεβασμό.
Όση λάσπη κι αν εκτοξευθεί, όση διαστρέβλωση, όσα ψέματα και όση τοξικότητα κι αν διακινηθούν, κάποιοι βλέπουν, κάποιοι ακούν και κάποιοι καταλαβαίνουν.
Και όσες ταμπέλες κι αν μας κρεμάσουν, ας επιλέξουμε εμείς ποια θέλουμε να μας χαρακτηρίζει.
Εκείνη του ανθρώπου.
Και όπως έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος:
«Ωστόσο – ποιος ξέρει – ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του ανθρώπου»
