Σε τροχιά ανάπτυξης ετοιμάζεται να μπει ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Θεσσαλονίκης με τον διαγωνισμό να προκηρύσσεται, όπως έχει ήδη ανακοινωθεί από την κυβέρνηση, έως το τέλος του 2026.
Το χρονοδιάγραμμα και τα βασικά στοιχεία του μεγάλου project παρουσιάστηκαν σήμερα σε ειδική εκδήλωση της ΓΑΙΑΟΣΕ Α.Ε. με τίτλο «Δημιουργώντας Δημόσια Αξία: Νέα εποχή στη διαχείριση της σιδηροδρομικής ακίνητης περιουσίας», στο πλαίσιο της 90ής ΔΕΘ, όπου παρουσιάστηκε και η νέα ταυτότητα της εταιρείας ως «Ελληνικά Σιδηροδρομικά Ακίνητα – Hellenic Rail Estate».
Όπως ανέφερε ο Παναγιώτης Μπαλωμένος, CEO της «Ελληνικά Σιδηροδρομικά Ακίνητα», στόχος είναι ο σταθμός Θεσσαλονίκης όπως και άλλοι τρεις εμβληματικοί κεντρικοί σταθμοί στη χώρα «να αποκτήσουν ξανά ζωή και να εξελιχθούν σε σύγχρονους, πολυλειτουργικούς κόμβους, με νέες χρήσεις και υπηρεσίες, που αναβαθμίζουν την εμπειρία των επιβατών και ενισχύουν τη σχέση του σταθμού με την πόλη».
Σύμφωνα με τον κ. Μπαλωμένο, θα προχωρήσει μια μεικτή διαγωνιστική διαδικασία, σχήματος ΣΔΙΤ και παραχώρησης. «Έως τέλος του έτους έχουμε δεσμευτεί ότι θα εκκινήσουμε την πρώτη φάση της διαγωνιστικής διαδικασίας. Η διαδικασία των ΣΔΙΤ έχει συγκεκριμένα χρονικά ορόσημα, εκτείνεται ανάμεσα σε 2-3 χρόνια, καθότι περιέχει ανταγωνιστικό διάλογο με τα επενδυτικά σχήματα που θα κληθούν να αναπτύξουν το έργο», υπογράμμισε χαρακτηριστικά. Έκανε λόγο για σύνθετο έργο καθώς αναπτύσσεται άνωθεν των σιδηροδρομικών γραμμών και υπάρχει η συγκοινωνιακή λειτουργία που δεν θα πρέπει να μείνει συνεχής. «Έχουμε έναν ορίζοντα 2-3 ετών για να ολοκληρωθούν οι διαγωνιστικές διαδικασίες, στη φάση του ΣΔΙΤ, και να εκκινήσει η κατασκευαστική περίοδος», τόνισε ο κ. Μπαλωμένος, σημειώνοντας πως θα γίνει προσπάθεια να συμπτυχθούν τα χρονοδιαγράμματα.
Ήδη, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος της «Ελληνικά Σιδηροδρομικά Ακίνητα – Hellenic Rail Estate», έχουν γίνει οι προκαταρκτικές διαβουλεύσεις, τόσο με την αγορά, στη βάση δομημένων προσκλήσεων, μη δεσμευτικού ενδιαφέροντος όσο και με την κοινωνία και με τα αρμόδια υπουργεία. «Αυτήν τη στιγμή έχουν κατατεθεί οι πολεοδομικές μελέτες στο Κεντρικό Συμβούλιο Διοίκησης ώστε να καθοριστούν οι χρήσεις γης και όροι δόμησης», σημείωσε, αναφέροντας πως κατά το στάδιο της διαβούλευσης θα ακουστούν οι αρμόδιοι φορείς.
Οι παρεμβάσεις
Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Θεσσαλονίκης είναι ένας από τους μεγαλύτερους στα Βαλκάνια και η βασική πύλη εισόδου. Η ανάπτυξη είναι σε τρεις άξονες: εκσυχρονισμό του υφιστάμενου κτηρίου, νέο κτήριο εμπορίου, εστίασης και αναψυχής και έναν νέο χώρο φιλοξενίας.
Συγκεκριμένα, προβλέπονται ισχυρές παρεμβάσεις στις σιδηροδρομικές λειτουργίες, με νέες πλατφόρμες και νέα στέγαστρα. Επίσης, θα προχωρήσουν στατική ενίσχυση και πλήρη αισθητική αποκατάσταση του κεντρικού σταθμού της Θεσσαλονίκης.
Προβλέπεται επίσης η ανάπτυξη ενός νέου κτηρίου, 32.000 τ.μ. βόρεια του υπάρχοντος, υπεράνω των γραμμών, με χρήσεις εμπορίου, αναψυχής και εστίασης, στο οποίο θα αξιοποιηθεί η ηλιακή ακτινοβολία μέσω φωτοβολταϊκών συστημάτων καθώς και ένα νέο κτήριο-φιλοξενίας, 12.000 τ.μ. ανατολικά του σταθμού, είτε ξενοδοχείο είτε χώρος φοιτητικών εστιών.

Ο περιβάλλων χώρος θα διαμορφωθεί με πλατείες και ενίσχυση του πρασίνου. Η αριστερή πλευρά του σταθμού θα παραδοθεί στο Συγκοινωνιακό Έργο Θεσσαλονίκης για τις χρήσεις που απαιτούνται, ουσιαστικά για τον σταθμό μετεπιβίβασης των λεωφορείων. Παράλληλα, προβλέπεται και η διαμόρφωση ενός υπόγειου πάρκινγκ, ενώ το σχολείο που βρίσκεται πλησίον του σταθμού θα μετακινηθεί.
Ως ένα πρότζεκτ που μπορεί να αλλάξει όχι μόνο τον ίδιο τον σταθμό, αλλά και την ευρύτερη περιοχή έκανε λόγο ο αναπληρωτής υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Γιώργος Κώτσηρας, μιλώντας στην εκδήλωση. Όπως είπε, μέσα από τη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ο χώρος μπορεί να μετατραπεί σε ευρύτερο πόλο έλξης, με τουριστική, εμπορική και αναπτυξιακή διάσταση, συμβάλλοντας συνολικά στην αναβάθμιση του συγκεκριμένου τμήματος της Θεσσαλονίκης.
Από την πλευρά του ο υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών Νίκος Ταχιάος σημείωσε ότι η αξιοποίηση του σιδηροδρομικού σταθμού θα πρέπει να γίνει σε συνεργασία με τον δήμο και με τρόπο που να διασφαλίζει μια αποτελεσματική, αμφίδρομη σχέση με την πόλη.

