Ο πρώην αντιδήμαρχος Κορδελιού – Ευόσμου και σήμερα ανεξάρτητος δημοτικός σύμβουλος, Βασίλης Βογγάλης, θέτει σειρά ερωτημάτων προς τη διοίκηση του δήμου μετά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων των μετρήσεων δυσοσμίας από την καθηγήτρια Χημείας του ΑΠΘ, κα Σαμαρά, κατά την τελευταία συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, παρά τις παρεμβάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί από τα ΕΛΠΕ στις εγκαταστάσεις της λυματολάσπης, δεν καταγράφεται ουσιαστική βελτίωση της κατάστασης σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Ο κ. Βογγάλης επισημαίνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο την έντονη όχληση που προκαλεί η δυσοσμία στους κατοίκους, αλλά και τα σοβαρά ερωτήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν σχετικά με πιθανές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, τα οποία όπως τονίζει πρέπει να διερευνηθούν άμεσα και σε βάθος.
Παράλληλα, σημειώνει ότι κατά τη διάρκεια της συζήτησης στο Δημοτικό Συμβούλιο υπήρξε, κατά την εκτίμησή του, προσπάθεια από την πλευρά της διοίκησης να αποσπάσει από τους επιστήμονες τη διαπίστωση ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί. Ωστόσο, όπως αναφέρει, ούτε η κα Σαμαρά ούτε ο συνεργάτης της επιβεβαίωσαν κάτι τέτοιο, ενώ τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν δεν δικαιολογούν πανηγυρισμούς ή ωραιοποίηση της πραγματικότητας.
«Γιατί η διοίκηση αναζητά εναγωνίως μια εικόνα βελτίωσης που δεν προκύπτει από τα δεδομένα;» διερωτάται ο ανεξάρτητος δημοτικός σύμβουλος.
Ο κ. Βογγάλης συνδέει τα παραπάνω με τις πρόσφατες εξελίξεις γύρω από τον καθαρισμό της χωματερής πάνω από την περιφερειακή οδό από τα ΕΛΠΕ, υπενθυμίζοντας ότι, σύμφωνα με όσα έχει δηλώσει ο ίδιος ο δήμαρχος κ. Αλεξανδρίδης, η συγκεκριμένη πρωτοβουλία προήλθε από την Περιφέρεια και όχι από τη δημοτική αρχή.
Με αφορμή αυτές τις εξελίξεις, θέτει το ερώτημα αν προετοιμάζεται αλλαγή στάσης της διοίκησης απέναντι στα ΕΛΠΕ και αν επίκειται εισήγηση στο Δημοτικό Συμβούλιο για άρση του εμπάργκο που έχει αποφασιστεί τα προηγούμενα χρόνια.
«Οι πολίτες δικαιούνται ξεκάθαρες απαντήσεις», υπογραμμίζει ο κ. Βογγάλης, ζητώντας από τη διοίκηση να διευκρινίσει εάν έχει μεταβάλει τη θέση της στο συγκεκριμένο ζήτημα και, εφόσον αυτό συμβαίνει, ποια νέα δεδομένα δικαιολογούν μια τέτοια αλλαγή, τη στιγμή που οι επιστημονικές μετρήσεις δεν καταγράφουν ουσιαστική βελτίωση της κατάστασης.