Η δυσοσμία που εδώ και χρόνια ταλαιπωρεί κατοίκους του Δήμου Κορδελιού – Ευόσμου βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο του δημοτικού συμβουλίου, με την παρουσίαση της νέας επιστημονικής μελέτης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από την καθηγήτρια Χημείας Κωνσταντίνη Σαμαρά. Τα αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαιώνουν ότι το φαινόμενο όχι μόνο παραμένει ενεργό, αλλά εξακολουθεί να προκαλεί έντονες οχλήσεις στους κατοίκους της δυτικής Θεσσαλονίκης.
Η έρευνα διήρκεσε 13 μήνες, από τον Φεβρουάριο του 2024 έως τον Μάρτιο του 2025, με συνεχείς δειγματοληψίες σε τρία διαφορετικά σημεία της περιοχής: στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου, στο παλιό Δημαρχείο Ευόσμου και στη Διαλογή, κοντά στο 5ο Δημοτικό Σχολείο Ελευθερίου Κορδελιού. Τα νέα στοιχεία συγκρίθηκαν με προηγούμενες μετρήσεις των ετών 2018-2019, ώστε να διαπιστωθεί εάν υπήρξε μεταβολή στο φαινόμενο.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της επιστημονικής ομάδας, οι βασικές ουσίες που σχετίζονται με τη δυσοσμία παραμένουν οι μερκαπτάνες και οι αλδεΰδες, ενώ διαπιστώθηκε σημαντική μείωση περίπου 70% στις συγκεντρώσεις μερκαπτανών σε σχέση με τα επίπεδα της περιόδου 2016-2017. Παράλληλα, μειωμένες εμφανίζονται και άλλες πτητικές οργανικές ενώσεις, όπως τα θειοφένια και αρωματικοί υδρογονάνθρακες.
Ωστόσο, η καθηγήτρια ξεκαθάρισε ότι οι βελτιώσεις αυτές αφορούν κυρίως τις τακτικές μετρήσεις και όχι τα επεισόδια έντονης δυσοσμίας που εξακολουθούν να καταγράφονται. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, σε περιόδους έξαρσης οι συγκεντρώσεις μερκαπτανών εμφανίζονται έως και τρεις φορές υψηλότερες, γεγονός που, όπως είπε, επιβεβαιώνει τις διαμαρτυρίες των κατοίκων.
Η μελέτη επισημαίνει ότι το φαινόμενο δεν φαίνεται να συνδέεται αποκλειστικά με μία μόνο δραστηριότητα ή βιομηχανική εγκατάσταση. Οι δύσοσμες ενώσεις μπορούν να προέρχονται τόσο από φυσικές διεργασίες όπως η αποσύνθεση οργανικής ύλης όσο και από ανθρωπογενείς πηγές, όπως διυλιστήρια, πετροχημικές μονάδες, εγκαταστάσεις επεξεργασίας αποβλήτων, αποχετευτικά δίκτυα και χώρους διαχείρισης απορριμμάτων.
Η κ. Σαμαρά τόνισε πως απαιτείται νέος έλεγχος των βιομηχανικών δραστηριοτήτων της περιοχής, ώστε να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των μέτρων που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα υπογράμμισε ότι η περαιτέρω μείωση των επεισοδίων δυσοσμίας είναι εφικτή, εφόσον ολοκληρωθούν επιπλέον τεχνικές παρεμβάσεις.
Ο δήμαρχος Λευτέρης Αλεξανδρίδης, αναφερόμενος στο ζήτημα της δυσοσμίας, υπογράμμισε πως η δημοτική αρχή συνεχίζει να πιέζει για ουσιαστικές λύσεις και αυστηρότερους ελέγχους στην περιοχή. Όπως σημείωσε, οι μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν από την επιστημονική ομάδα του ΑΠΘ διαφέρουν από τα δεδομένα που καταγράφουν οι ηλεκτρονικές «μύτες» (e-noses) που έχουν τοποθετηθεί στον δήμο, γεγονός που όπως ανέφερε αποδεικνύει την ανάγκη για διαρκή και πολυεπίπεδη παρακολούθηση του φαινομένου.
Τέλος, τόνισε ότι η προστασία της ποιότητας ζωής των κατοίκων παραμένει βασική προτεραιότητα του δήμου, με στόχο να περιοριστούν οριστικά τα επεισόδια έντονης δυσοσμίας που ταλαιπωρούν εδώ και χρόνια τη δυτική Θεσσαλονίκη.