Μετά από περίπου τρεις δεκαετίες αναμονής, το μετρό στη Θεσσαλονίκη αποτελεί πλέον πραγματικότητα. Ωστόσο, η συζήτηση για τις επόμενες επεκτάσεις ανοίγει ξανά με όρους που για πολλούς πολίτες θυμίζουν περισσότερο υποσχέσεις παρά βεβαιότητες.
Οι δηλώσεις του υφυπουργού Νίκου Ταχιάου για επέκταση προς τα δυτικά έρχονται να προστεθούν σε έναν ήδη φιλόδοξο σχεδιασμό. Σύμφωνα με το επίσημο Master Plan του Μετρό με ορίζοντα το 2040, προβλέπεται μια διπλή στρατηγική ανάπτυξης.
Αφενός, δρομολογείται η βορειοδυτική επέκταση της Γραμμής 1, μήκους 7,96 χιλιομέτρων, με έξι νέους υπόγειους σταθμούς. Η γραμμή θα ξεκινά από τον σταθμό Δημοκρατίας και θα επεκτείνεται προς Νεάπολη, Τερψιθέα, Σταυρούπολη, Πολίχνη και Ευκαρπία, καταλήγοντας στο Νοσοκομείο Παπαγεωργίου.
Παράλληλα, προβλέπεται η δημιουργία της νέας Γραμμής 2, η οποία θα εξυπηρετεί τον Εύοσμο και το Κορδελιό, ενώ στον συνολικό σχεδιασμό εντάσσεται και ο Δυτικός Προαστιακός, που θα συνδέει τον Νέο Σιδηροδρομικό Σταθμό με τη Σίνδος.
Στα χαρτιά, πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο και φιλόδοξο πλάνο που θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τον συγκοινωνιακό χάρτη της πόλης. Στην πράξη, όμως, για μια κοινωνία που περίμενε 30 χρόνια για την πρώτη γραμμή, τέτοιες εξαγγελίες —χωρίς σαφή και δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα— δύσκολα δεν εκλαμβάνονται ως υπερβολικά αισιόδοξες.
Έτσι, η προοπτική μετρό στον Εύοσμο και συνολικά στη δυτική Θεσσαλονίκη, αντί να δημιουργεί μόνο προσδοκίες, συνοδεύεται και από έντονη καχυποψία. Για πολλούς πολίτες, το ερώτημα δεν είναι αν τα έργα αυτά είναι απαραίτητα — αλλά αν και πότε θα υλοποιηθούν. Μέχρι τότε, ο σχεδιασμός του 2040 κινδυνεύει να ακούγεται λιγότερο ως σχέδιο και περισσότερο ως ένας ακόμη εμπαιγμός.